Ο Δρόμος της Προσφυγιάς

Ο  Δρόμος  της  Προσφυγιάς

Θα μπορούσε ο άνθρωπος να μάθει από τη φύση ….

woolves

Έφυγα, για πάντα από κοντά σου

απ’ του πολέμου την  κλαγγή

πήρα τους δρόμους που οδηγούνε

στο άγνωστο πάνω στη γη.

Έκλεισα μέσα στην ψυχή μου

όλα τα όνειρα,  τα παιδικά

θάρρος μου δίνουνε κι ελπίδα

να μη μ’ αγγίζει η απανθρωπιά.

Σκιές ανθρώπινες βαδίζουν

ξυπόλητες σε πέτρες, σε νερά

και με σκυμμένο το κεφάλι

ψάχνουν να βρουν απανεμιά.

Ξεριζωμός, πόνος και αίμα

πάντα υπάρχουνε χωρίς  αιδώ,

ποτέ δεν μάθαμε απ’ τη φύση

συμπόνια τι είναι,  και πολιτισμό.

Καπετά – Γιώργος   Σπηλιώτης     21-3-2016

“Ξεριζωμός” & “Προσφυγιά” – Ποιήματα των μαθητών του Mουσικού Σχολείου Τρικάλων

Ομαδικά ποιήματα μαθητών του  Μουσικού Σχολείου Τρικάλων. Γράφτηκαν στο πλαίσιο του Λογοτεχνικού Εργαστηρίου Δημιουργικής Γραφής το οποίο συντονίζει  η φιλόλογος-ποιήτρια Γεωργία Κολοβελώνη.

 

Ξεριζωμός

 

Κανένας δεν μου είπε φύγε

Έπρεπε να φύγω

Άφησα πίσω την καμένη γη των προγόνων μου

Μόνο ένα σάπιο καράβι με περίμενε

Κομμένη ζωή

Όπως τα κομμένα πόδια του γιου μου

Μακριά απ’ όλους κι απ’ όλα

Είναι σαν θάλασσα η ζωή

Κι η ελπίδα μου ένα κούτσουρο που πλέει

Άπλωσα σε μια στροφή το σπίτι μου

Και σκεπάστηκα με λίγο ουρανό

Είναι η αυλή μου με γρασίδι

Όπως το ήθελε ο γιος μου από μικρός

Και αύριο που έχουμε γενέθλια

Θα μας χαρίσουν δύο λέξεις

«Είστε ανεπιθύμητοι»

 

Συμμετείχαν οι μαθητές της Γ’ Λυκείου: Ραφαηλία Κόντου, Χρήστος Κούτσιας, Μαργαρίτα Κωστοπούλου, Χρήστος Λόλας, Χριστίνα Μπαλλά, Χαρά Τσιγαρίδα, Φωτεινή Χαντζιάρα.

* * *

Προσφυγιά

 

Ξεριζωμένα σώματα και ψυχές αναρωτιούνται

Αν έρθει το αύριο

Φόβος κυριαρχεί στην καρδιά

Κι ο τρόμος την ειρήνη κρατά

Δεν ζεις το σήμερα ούτε το χτες

Κάθεσαι εκεί σαστισμένος

Μια ελπίδα μέσα στη φωτιά

Που λιώνει τη σάρκα

Σβήνει το χαμόγελο

Ξεχασμένο σε πατάρι παιχνιδάδικου

Πόλεμος στα μάτια των ανθρώπων

Κόσμος πνιγμένος στο αδιέξοδο

Πρόσωπα χαμένα στο μαύρο σύννεφο

Κι όλα αυτά άλλη μια είδηση στην τηλεόραση

Απάνθρωπη πραγματικότητα

Σε κόσμο με αισθήματα

 

Συμμετείχαν οι μαθητές της Α’ Λυκείου: Μαριάνθη Γκουλιώνη, Κωνσταντίνα Δήμου, Ρεβέκκα Ζάμπρα, Αγγελική Κοκόρα, Βάιος Κουκουλέτσος, Ομηρόλη-Μαρία Μπάλτου, Παρασκευή Μπαντόλια, Μελίνα Μπουτσιώλη, Δωροθέα Νίτκο, Κωνσταντίνα Πασσιά, Διονυσία Σάρρη, Αθηνά Σφέικου,  Αλίκη Φλιούκα, Γιώτα Χονδρού.

ΞΕΝΙΑ

ΞΕΝΙΑ

 

της Κλεοπάτρας Λυμπέρη

 

Είμαι ο ξένος. Ίπταμαι υπεράνω των νεφών, υπεράνω

των υδάτινων ροών. Ίπταμαι – στην υλική μου αιώρηση η

ύλη μου δεν συμμετέχει. Από ψυχή είμαι, από νεκρούς,  από

αιωρούμενους κάκτους, από λουλούδια της ερήμου, από τριγμούς

των οδόντων,  από ψάρια που σπαρταρούν μέσα σε όνειρο,

από μουγκά στήθη κοριτσιού,  από κομμένα χέρια, πόδια,

κεφάλια.  Από τάφους.

Είμαι  ο ξένος. Eίμαι ο – ίπταμαι – τα πτερύγιά μου αρχαγγέλου

είμαι ο – στην αύρα των ωρών – είμαι ο – από ξίφη που

σφυρίζουν προς τη Μέκα – είμαι ο – ίπταμαι υπεράνω

στο στόμα μου τα λόγια του δερβίση :   εκταθείτε προς το φως.

Εκτείνομαι. Ως την απέναντι ξηρά. Με το ένα χέρι κρατώ το χέρι

της γυναίκας που ψάχνει το παιδί της στα νερά.

Στον ανθισμένο ποταμό των πνιγμένων ευλογώ την ύλη τους

το κοχύλι τους. Είμαι ο ξένος. Απ’ το κοχύλι μου φυσώ ως

την αλλότρια φάρα. Έρχομαι να σε βρω σαν το ζητιάνο, σαν

χαμένο ελάφι. Είμαι ο – με φοβάσαι;

Αυτοί οι πνιγμένοι μιλούν τη ζωή μου – είμαι ο – από αίμα

από πόνο  – είμαι ο – από κεραυνό, από τρόμο – είμαι ο –

εκτείνομαι εκτείνομαι  προς το φως. Είμαι ο ξένος.  Ίπταμαι,

υπερίπταμαι των πολέμων, των σφαγών, των κραυγών.

Είμαι ο ξένος.  Είμαι εσύ.

 

Μεθόριος

Μεθόριος

 

της Γεωργίας Κολοβελώνη

 

στα σύνορα η ιστορία γράφεται

με σώματα

βουλιάζουν στη λάσπη

οι λέξεις

κοιμάσαι άνθρωπος ξυπνάς

αριθμός σε στατιστική

διανύεις το μέλλον ανάστροφα

κοιτάζεις τα δάχτυλα των ποδιών σου

βαθύ μελάνωμα

η μνήμη

σου λέει πως όλα

είναι ζήτημα μιας ζαριάς

και η ζωή

μια άγρια πιθανότητα

Αλλά τα βράδια

Αλλά τα βράδια

του Τάσου Λειβαδίτη

Απαγγέλει ο Απόστολος Ναλμπάντης, φοιτητής 4ου έτους, ΤΜΟΔ

Και να που φτάσαμε εδώ
χωρίς αποσκευές
μα μ’ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι.

Κι εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο
φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες
ούτε ένα κεφάλαιο να γράψεις ακόμα.
Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο
ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος.

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη…

Βέβαια αγάπησε τα ιδανικά της ανθρωπότητας,
αλλά τα πουλιά
πετούσαν πιο πέρα.
Σκληρός, άκαρδος κόσμος,
που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα
πάνω απ’ το δέντρο που βρέχεται.

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη…

Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα
για να πεθαίνουν κι αλλού και την απληστία
για να μένουν νεκροί για πάντα.
Αλλά καθώς βραδιάζει
ένα φλάουτο κάπου
ή ένα άστρο συνηγορεί για όλη την ανθρωπότητα.

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη…

Καθώς μένω στο δωμάτιο μου,
μου ‘ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες.
Φοράω το σακάκι του πατέρα
κι έτσι είμαστε δυο,
κι αν κάποτε μ’ άκουσαν να γαβγίζω
ήταν για να δώσω
έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο.

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη…

Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
μ’ ένα άστρο ή μ’ ένα γιασεμί
σαν ένα τραγούδι, που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών.

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη!

Δως μου το χέρι σου…
Δως μου το χέρι σου…

Πρόσφυγας

Πρόσφυγας

Απαγγέλει ο Γιάννης Δημητρακάκης, φοιτητής 1ου έτους, τμήματος Ναυτιλίας και Επιχειρηματικών Υπηρεσιών

Τριγύρισα στην κοιλιά της μάνας μου πρόσφυγας γιατί ήταν η εποχή που οι μισοί έλληνες ήταν πρόσφυγες σε άλλες χώρες ή στη μεγάλη καταβόθρα των εθνικών στρατόπεδων συγκέντρωσης όπου η πατρίδα μεγαλουργούσε! Μεγάλωσα πρόσφυγας κοιτάζοντας τα δακρυσμένα μάτια της μάνας μου γιατί ήμουν αγόρι και θα κατέληγα σ’ αυτά τα στρατόπεδα! Έζησα πρόσφυγας ζώντας μέσα στον λυγμό των κυνηγημένων παιδιών που φρόντισε η εθνοσωτήρια “επανάσταση” να μεγαλώσουν χωρίς γονείς γιατί τους ειχε κλειδωμένους σε στρατόπεδα μιασμάτων και χολεριασμένων προσφύγων-εθνοπροδοτών! Έμαθα στο σχολείο ότι τα στρατόπεδα είναι για το καλό μας, έμαθα ότι δεν έπρεπε να μάθω τον Επιτάφιο λόγο του Περικλή και τον ύμνο στη δημοκρατία γιατί ήταν λόγια απαγορευμένα, λόγια που μόνο πρόσφυγες και προδότες σε στρατόπεδα τα έλεγαν. Σπούδασα παλεύοντας να γνωρίσω αυτό που ήταν απαγορευμένος καρπός, αυτό που με κατηγοριοποιούσε στην ομάδα των απόκληρων, των έξω-από-δω, αυτό που οδηγούσε στα μπουντρούμια και στις εξορίες, στα εκτελεστικά αποσπάσματα και στην προσφυγιά. Μεγάλωσα, έκανα οικογένεια, πρόσφυγας μέσα στη χώρα μου, με πρόσφυγα πατέρα, μάνα και τη μισή της οικογένεια, προσπάθησα να δείξω στα παιδιά μου τον μοναδικό δρόμο, τον δρόμο της αξιοπρέπειας, της εντιμότητας, της σοβαρότητας, του σεβασμού του άλλου, δηλαδή, τον δρόμο του πρόσφυγα επειδή η πατρίδα γλένταγε μέσα στο αχαλίνωτο πάρτι της αρπαγής, της απάτης, της λαμογιάς, δρόμος για τη φυγή, δρόμος προσφυγιάς. Εξακολουθώ και είμαι πρόσφυγας, ίσως και τα παιδιά μου να με ακολουθήσουν, έχω όμως ψηλά το κεφάλι και βλέπω μακριά, δεν υπέκυψα στα καλέσματα της Κίρκης να ρίξω τη μουσούδα μου στην κοπριά και να κυλιέμαι στη λάσπη, δεν εγκατέλειψα ποτέ αυτόν τον δρόμο, αδιαφορώ για τους συνάνθρωπους-υπάνθρωπους που κυνηγούν πρόσφυγες, αδιαφορώ για τα ανθρωπόμορφα κτήνη που προσκυνούν ένα σταυρό με αγκάθια, γυρίζω το κεφάλι μου και τους φτύνω κατάμουτρα, γυρίζω το κεφάλι μου και βλέπω το βλέμμα του πρόσφυγα, το βλέμμα του ξεριζωμένου, του άστεγου, του πεινασμένου, του κατακτημένου, του εξορισμένου, του απελπισμένου, στέκομαι όρθιος και βροντοφωνάζω: “όσο στη γη υπάρχουν πρόσφυγες θα είμαι ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ” !!

Αναρτήθηκε στις 27/02/2016 από τον S.M σε κάποιο blog λογοτεχνίας – ποίησης, στο οποίο συμμετέχουν άτομα  με κοινωνικές αναζητήσεις και πολιτικούς προβληματισμούς.

The Refugee’s Journey

Το ταξίδι του Πρόσφυγα

 (The Refugees Journey)

 

της Πανδώρας Φρανκ Πάρκερ

 

Φεύγω …, φεύγω …,

ΑΠΟΦΕΥΓΩ!

Φεύγω …, φεύγω …,

ΔΙΑΦΕΥΓΩ!

Φεύγω, φεύγω

ΞΕΦΕΥΓΩ… ; ΚΑΤΑΦΕΥΓΩ!

Φεύγω … , φεύγω …,

ΠΡΟΣΦΕΥΓΩ… .

Π Ρ Ο Σ Φ Υ Γ Α Σ !!

εγώ φυγάς; φεύγω,

ΑΠΟΦΕΥΓΟΥΝ!

Φευ, ΥΠΕΚΦΕΥΓΟΥΝ!

ΘΥΩ ΦΥΓΗ!

GUTE NACHT!

 

ΚΑΡΑΒΑΣ

ΚΑΡΑΒΑΣ

της Έλλης Αριστείδου Ιωάννου
Ένα μικρό δείγμα της μεγαλύτερης τραγωδίας της προδομένης Κύπρου μας. Καλοκαίρι, Ιούλης 1974. Ο Αττίλας αποβιβάζεται από θαλάσσης στο πέντε-μίλι του Καραβά μας.
Πρόσφυγες στην ίδιά μας την πατρίδα την ματωμένη Κύπρο μας. Πρόσφυγες!

Πρόσφυγας πούσιεν μιαν παθκιάν
Στον τόπο που εγεννήθη
Μιαν καλυβούδαν φτωσιτζιάν
Έσιει καμόν στα στήθη
Που τον καμόν του τραουδά
Πόχασεν το παλάτι
Σαν το πουλλίν που τζιελαδά
Που η φουλιά του εχάθη

Σκότωσαν την ψυσιή μας, μάτωσαν τα παιδιά μας ανεπανόρθωτα, έσβησαν τα παιδικά τους όνειρα. Μας ξερίζωσαν μας κυνήγησαν, εξαναγκαστήκαμε να πάρουμε τα παιδιά μας και να φύγουμε με τα ρούχα που φορούσαμε, μας αφάνισαν. Έκλεψαν την ζωή μας, το χώμα που μας γέννησε και ανέθρεψε!
Πρόσφυγες παντού! Σε βουνά, κάτω από τα δέντρα, άλλοι φιλοξενούμενοι σε σχολεία, και από συμπολίτες μας, και αργότερα σε ψυχρά αντίσκηνα. Μερικοί έφυγαν για το εξωτερικό, κατατρεγμένοι και καταπονημένοι. Στερέψανε πια τα δάκρυά μας όμως η ψυχή μας αιμορραγεί! Κανένας δεν την βλέπει ούτε την αφουγκράζεται ούτε την νιώθει, μα ούτε που τον νοιάζει, όπως λέει και μια κυπριακή παροιμία: «ξένοι πόνοι, χάχχανα».

Μα, αυτό το αίμα των ψυχών,
ποτάμι έχει γίνει…
Και των νεκρών και ζωντανών!
Το άδικο δεν σβήννει…
Συρματοπλέγματα σε μάτωσαν πατρίδα
Το αίμα σου ποτάμι αργοκυλά
Του ήλιου σιγοσβήνει η ηλιαχτίδα

κι ο ουρανός με κλάμα σου μιλά

Το Τραγούδι των Προσφύγων

Το Τραγούδι των Προσφύγων (1922)

του Κωστή Παλαμά

Μα πως τα μάγια λύθηκαν! Πως έκαμε η κατάρα
την όψη σου όψη κλαίουσας γυρτής προς μνήμα ιτιάς!
καμιά κορδή σου ας μη σου μείνη ασύντριφτη, κιθάρα
της δάφνης και της λεβεντιάς!
Όχι, Μακριά κι η απελπισία, μακριά και οργή και θρήνος!
Στο μαύρο απάνου Γολγοθά των εθνικών καημών,
θείε Άγγελε του τραγουδιού βοήθα ν’ ανθίση ο κρίνος των Ευαγγελισμών!.
Νεκροί, σπαρμένοι στις πεδιάδες και στα περιβόλια
και στα ερμοτόπια και στα βράχια της Ανατομής,
τα που σας ρίξανε σπαθιά, που σας φάγανε βόλια,
βαθιά στα σπλάχνα της Φυλής. Ας ριζωθούν,
α! να στοιχειώσουν ύστερα, μυστήρια,
και βούκεντρα πάντα για νέα οργώματα, αι γενούν,
αίματα, νεύρα και θύμα και χέρια εκδικητήρια.
Πάντα οι νεκροί ας μας κυβερνούν! Κ’ εσείς!
Χαρά και η φτώχια σας, του όλβου κι εσείς καμάρια,
εκέτει τώρα απλώνοντας το δίσκο του χεριού,
της αργατιάς της αρχοντιάς δαρμένο, απομεινάρια
της φλόγας και του μαχαιριού, τα κλαίτε εσείς τα πάντα σας,
σπίτια, αγαθά, θεία δώρα,
παρατημένα, αφανισμένα, πλάσματα: πουλιά,
όπου όργωνε ο έρωτας, θερίζει ο χάρος τώρα,
πάει κι η πατρίδα κι η φωλιά.
Στάχια όπου χρύσωναν τη γη μαυρολογών κοράκου
Τα δάκρυα καταπίνονται, ζητάτε
(όϊ με η στιγμή που σας τρυπάει τα σωθικά σαράκι και φαρμάκι!)
γωνιά ζητάτε και ψωμί Κι ό,τι θα αισθάνεστε
πως είναι απάνου απ’ όλα τ’ άλλα
και πως αξίζει θησαυρούς, της ξεκληριάς παιδιά
κι ό,τι ζητάτε ανείπωτο, το ξέρω είναι μια στάλα αγάπη και καλή καρδιά.
Και οι λυτρωμένοι, αλύτρωτοι. Κι’ οι αλύτρωτοι εδώ πέρα.
δώστε να ιδούν του λυτρωμού μια χάρη, όσο φτωχή.
Η Ελλάδα μια, ακομάτιαστη και αμέτρητη Μητέρα,
μια των Ελλήνων η ψυχή!
Τύραννος όταν ή όλεθρος καίει στου πιστού το σπίτι
τα’ άγια κονίσματα, του καίει τον ιερό ναό,
του μένει η πίστη σαν εικόνα εντός του αχειροποίητη
στον ένα αόρατο Θεό. Τέτοια η πατρίδα. Θεός κι αυτή.
Απάνου από τα σπίτια,
απάνου από τα χώματα κι από τ’ αμπελοφύτια,
μια ειν’ η πατρίδα, και παντού.
Μια ειν’ η Πατρίδα του αιμάτων και δραμάτων, το άστρο
της Ιστορίας το πολικό, του τραγουδιού τροφή,
χωρίς καρδιές από παντού μια ψυχή σ’ ένα κάστρο,
κι η προσταγή της Αδελφοί!
Και το που δέρνει ανάθεμα και ο που δέρνεται θρήνος
μακριά! Στο μαύρο Γολγοθά των ξεθεμελιωμών,
βοήθα, Άγγελε του Τραγουδιού, ν’ ανθίση ο άσπρος κρίνος
των Ευαγγελισμών.